ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ: Ο κρυφός παιδαγωγός της ψυχής

Ο πειρασμός, όπως αναδύεται μέσα από τη διδασκαλία του Εσωτερικού Χριστιανισμού, δεν είναι ένα εξωτερικό κακό που επιτίθεται στον άνθρωπο, ούτε μια τιμωρητική δοκιμασία. Είναι λειτουργία αποκαλύψεως· ένας καθρέφτης που φανερώνει τα αθέατα στρώματα της συνείδησης και καλεί τον άνθρωπο να αναλάβει την ευθύνη της εσωτερικής του στάσης. Στη ματιά αυτή, ο πειρασμός δεν έρχεται για να καταστρέψει, αλλά για να ενεργοποιήσει. Εμφανίζεται εκεί όπου η ψυχή βρίσκεται σε μετάβαση, στο κατώφλι μιας ανώτερης κατανόησης. Όταν ο άνθρωπος βαδίζει προς το Φως, ό,τι δεν έχει ακόμη μεταμορφωθεί μέσα του ζητά λόγο ύπαρξης. Έτσι, ο πειρασμός γίνεται φωνή του ασυνείδητου που ζητά ένταξη και θεραπεία.

Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου – Salvador Dali

Ο πειρασμός δεν εμφανίζεται στον άνθρωπο ως εχθρός της πνευματικής πορείας του, αλλά ως δοκιμασία αποκάλυψης. Στον Εσωτερικό Χριστιανισμό, ο πειρασμός νοείται ως σημείο αφύπνισης, ως το λεπτό εκείνο πέρασμα όπου η συνείδηση καλείται να διακρίνει, να επιλέξει και να σταθεροποιηθεί στο Φως.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο πειρασμός εντείνεται όταν ο άνθρωπος πλησιάζει σε νέα επίπεδα κατανόησης. Εκεί όπου το Φως αυξάνει, οι σκιές καθίστανται πιο ορατές. Όχι για να κυριαρχήσουν, αλλά για να αποκαλυφθούν και να μετουσιωθούν. Ο πειρασμός, λοιπόν, δεν έρχεται να απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό· έρχεται να του δείξει πού ακόμη δεν έχει ενωθεί πλήρως μαζί Του.

Στο πλαίσιο της διττότητας, ο πειρασμός βιώνεται ως σύγκρουση: φόβος απέναντι στην εμπιστοσύνη, έλεγχος απέναντι στην παράδοση, εγωκεντρισμός απέναντι στην αγάπη. Όμως αποκαλύπτεται μια βαθύτερη αλήθεια: ο πειρασμός ενεργοποιεί τη συνείδηση, δεν την ακυρώνει. Είναι ο καθρέφτης που φανερώνει τα σημεία όπου η ύπαρξη συνεχίζει να λειτουργεί μηχανικά, χωρίς επίγνωση.

Όταν ο άνθρωπος αντιστέκεται στον πειρασμό με φόβο ή ενοχή, παραμένει εγκλωβισμένος στην παλαιά νομοτέλεια της ανταπόδοσης. Όταν όμως τον παρατηρεί με καθαρότητα, χωρίς αυτοκατηγορία, τότε ο πειρασμός μετατρέπεται σε εργαλείο μαθητείας. Δεν απαιτείται η καταστολή του, αλλά η κατανόηση του μηνύματος που φέρει. Ο Εσωτερικός Χριστιανισμός διδάσκει ότι κάθε πειρασμός αναδύεται για να φανερώσει μια εκκρεμότητα αγάπης. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν έχει ακόμη αγαπήσει πλήρως τον εαυτό του, εκεί δημιουργείται το ρήγμα. Και μέσα από αυτό το ρήγμα, ο πειρασμός εισέρχεται όχι για να καταστρέψει, αλλά για να ζητήσει συμφιλίωση.

Στη νέα πνευματική περίοδο, ο πειρασμός δεν αντιμετωπίζεται με άρνηση, αλλά με παρρησία και επίγνωση. Όταν η ύπαρξη σταθεροποιείται στην ενότητα, ο πειρασμός χάνει τη δύναμή του ως σύγκρουση και μετατρέπεται σε πρόσκληση ωρίμανσης. Τότε ο άνθρωπος δεν ρωτά «πώς θα αποφύγω τον πειρασμό;», αλλά «τι μου αποκαλύπτει για την πορεία μου;». Φωτίζει τα αθέατα, επιταχύνει τη διάκριση, καλεί την ύπαρξη να επιλέξει εκ νέου την αγάπη αντί του φόβου, την ελευθερία αντί της συνήθειας. Και όταν αυτή η επιλογή γίνει συνειδητά, ο πειρασμός παύει να επαναλαμβάνεται — διότι η συνείδηση έχει ήδη μετακινηθεί.

Στην τελική του ανάγνωση, ο πειρασμός είναι η σκάλα προς το Φως. Δεν υπάρχει για να ρίξει τον άνθρωπο, αλλά για να τον ανεβάσει. Και όσο περισσότερο ο άνθρωπος βαδίζει στη Φωταύγεια, τόσο περισσότερο κατανοεί ότι τίποτε δεν του στέκεται απέναντι — όλα στέκονται υπέρ της αφύπνισής του. Ο πειρασμός, τότε, δεν φοβίζει.
Διδάσκει.
Και μέσα από τη διδασκαλία του, ο άνθρωπος θυμάται ποιος είναι.

Η ζωή ορίζεται ως κονίστρα πάλης· όχι με εχθροὺς εκτὸς ημών, αλλὰ με τις ίδιες μας τις ροπές. Ο πειρασμὸς γεννιέται όταν η ψυχὴ ελκύεται προς το εύκολο, το πρόσκαιρο, το ὑλικὸ και λησμονεί τον εσώτερο προορισμό της. Τότε αναδύεται η σύγκρουση μεταξὺ του φωτὸς που υποφώσκει εντός και του σκότους που την περιβάλλει.

Ο πειρασμὸς, όμως, δεν έρχεται για να καταστρέψει· έρχεται για να φανερώσει. Φανερώνει την ασάφεια της πίστεως, την αδυναμία της θελήσεως, αλλὰ και την κρυμμένη δύναμη που περιμένει να ενεργοποιηθεί. Ο άνθρωπος όσο παραμένει ήρεμος και στραμμένος προς το Φως, τόσο οι πνευματικὲς δυνάμεις ενεργούν ανεμπόδιστα. Όταν όμως εγκλωβίζεται στο φόβο ή στην επιθυμία, ο πειρασμὸς μετατρέπεται σε θύελλα. Εδώ αποκαλύπτεται η βαθύτερη παιδαγωγία του πειρασμού: δεν νικάται με αντίσταση βίαιη, αλλὰ με μετατόπιση συνειδήσεως.

Ο πειρασμός δεν έχει δύναμη από μόνος του. Η δύναμή του αντλείται από την ταύτιση του ανθρώπου με τις επιθυμίες, τους φόβους και τις μνήμες του παρελθόντος. Όταν ο νους παραμένει προσκολλημένος στη μορφή, τότε ο πειρασμός φαίνεται ανυπέρβλητος. Όταν όμως ο άνθρωπος μετακινεί το κέντρο του από το «εγώ» στο «είναι», ο πειρασμός απογυμνώνεται και αποκαλύπτεται ως μάθημα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διάκριση ανάμεσα στην αντίσταση και τη συνειδητή παρατήρηση. Η αντίσταση τρέφει τον πειρασμό, διότι τον πολεμά στο ίδιο επίπεδο. Η παρατήρηση, αντίθετα, τον ανυψώνει. Όταν ο άνθρωπος στέκεται σε εγρήγορση, χωρίς φόβο και χωρίς αυτοκατηγορία, ο πειρασμός μετατρέπεται σε πύλη αυτογνωσίας. Εκεί, η επιθυμία χάνει την εξουσία της και γίνεται γνώση.

Στον Εσωτερικό Χριστιανισμό, ο πειρασμός συνδέεται άμεσα με τη μετουσίωση. Δεν καλούμαστε να εξαλείψουμε τις δυνάμεις που μας δοκιμάζουν, αλλά να τις μετασχηματίσουμε σε δημιουργική ενέργεια. Κάθε πειρασμός κρύβει μια δύναμη που δεν έχει ακόμη ευλογηθεί. Όταν φωτιστεί από τη συνείδηση, παύει να είναι εμπόδιο και γίνεται στήριγμα στην πορεία της θέωσης. Τελικά, ο πειρασμός αποκαλύπτει το μέτρο της ελευθερίας μας. Δεν δείχνει τι μας λείπει, αλλά πού βρισκόμαστε. Και όσο ο άνθρωπος προχωρά στην εσωτερική του πορεία, τόσο οι πειρασμοί του γίνονται λεπτότεροι, όχι για να τον παγιδεύσουν, αλλά για να τον καλέσουν σε βαθύτερη ένωση με την Αλήθεια που ήδη κατοικεί εντός του.