Οι αισθήσεις του Πνεύματος

Η εσωτερική διάκριση ανάμεσα σε διαίσθηση και αυταίσθηση δείχνει την πορεία της ψυχής από τη γνώση του Θεού προς τη συνείδηση της Ενότητας· από την προσευχή προς τη Θέωση. Είναι ένα από τα πλέον θεμελιώδη κεφάλαια του Εσωτερικού Χριστιανισμού.
Οι πέντε γνωστές αισθήσεις (όραση, ακοή, αφή, όσφρηση, γεύση) ανήκουν στο σώμα και στην ψυχή· η διαίσθηση και η αυταίσθηση όμως είναι αισθήσεις του Πνεύματος.
Μέσω αυτών, ο άνθρωπος υπερβαίνει το πεδίο της ύλης και έρχεται σε επαφή με τον αόρατο, άϋλο κόσμο, όπου εδράζεται η Θεία Αλήθεια. Η διαίσθηση είναι η γέφυρα ανάμεσα στον νου και το θείο, η ικανότητα που επιτρέπει στην ψυχή να συλλάβει τις δονήσεις του Πνεύματος, να αναγνωρίσει την παρουσία του Θεού «ἐν παντὶ». Είναι η πνευματική ακοή, η οποία γνωρίζει τον Θεό «ἐν πάσαις ταῖς ἰδιότησιν Αὐτοῦ».
Δεν βασίζεται στη λογική επεξεργασία ούτε σε αισθητηριακά δεδομένα, αλλά στην άμεση, άρρητη σύλληψη της Αλήθειας.

Η αυταίσθηση – η κορωνίδα της Δημιουργίας
Αν η διαίσθηση είναι η θεία πρόσληψη, η αυταίσθηση είναι η θεία επίγνωση.
Ο συγγραφέας την ονομάζει «ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν τῶν αἰσθήσεων, καὶ αὐτῆς τῆς διαισθήσεως ὑπερτέρα».
Είναι η αίσθηση εκείνη με την οποία το Πνεύμα αισθάνεται τον εαυτό του, συνειδητοποιεί τη Θεϊκή του προέλευση και την αιωνιότητα της ύπαρξής του.
Ενώ η διαίσθηση «γνωρίζει» τον Θεό, η αυταίσθηση ενώνει το ον μαζί Του.
Η αυταίσθηση είναι καθαρά πνευματική — δεν συλλαμβάνει ούτε ήχους ούτε σχήματα, δεν μεσολαβεί από την ύλη ή την εικόνα· είναι η εσωτερική μαρτυρία του Εγώ Εἰμί, η θεία αυτοσυνειδησία μέσα στον άνθρωπο.
Ο Σταματιάδης λέγει πως «ἐν αὐτῷ μόνῳ ἡ Πνοὴ τοῦ Θεοῦ» — μόνον ο άνθρωπος διαθέτει αυτή τη δύναμη, διότι μόνον σε αυτόν εμφυσήθηκε η Πνοή του Θεού.
Η διαίσθηση ως όργανο Θεογνωσίας
Η διαίσθηση λειτουργεί σαν κεραία του Πνεύματος: δέχεται τις εκπορεύσεις των πνευματικών όντων και τις μεταφράζει σε εσωτερική γνώση.
Μέσω αυτής «ἐρχόμεθα εἰς ἐπαφήν μὲ τὰς ἐκτὸς τοῦ σώματος πνευματικὰς ὑπάρξεις».
Αποτελεί επομένως το πρώτο στάδιο μίας ανώτερης εσωτερικής επικοινωνίας, που συντελείται χωρίς λόγια και χωρίς μορφές.
Στην κατάσταση της διαίσθησης, ο άνθρωπος δεν «βλέπει» τον Θεό αλλά Τον αισθάνεται, όπως η ψυχή αισθάνεται τη θερμότητα του ήλιου χωρίς να αγγίζει τη φλόγα. Αυτή η αίσθηση είναι προοίμιο της αυταίσθησης — εκεί όπου ο άνθρωπος γίνεται ένα με τη Θεία Πηγή.
Η αυταίσθηση είναι η κορωνίδα της δημιουργίας, διότι μέσα σε αυτήν ο άνθρωπος αναγνωρίζει εαυτόν ως φορέα της Θεότητας.
Δεν είναι πλέον απλώς ένα αισθανόμενο πλάσμα αλλά ένα ενεργό Πνεύμα, συνειδητό της προέλευσής του και της αποστολής του μέσα στο Σύμπαν.
Σ’ αυτήν την κατάσταση, ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον Θεό «εκτός», αλλά Τον βιώνει εντός, ως Ἐνοικούντα.
Η αυταίσθηση είναι λοιπόν η αρχή της Θέωσης: η αναγνώριση της Θείας Πνοής ως του ίδιου του Είναι μας.
Η διαίσθηση, αν και ενυπάρχει στον άνθρωπο, έχει καταστεί υπολανθάνουσα — μόνον σε σπάνιες στιγμές κινδύνου ή βαθιάς πνευματικής εγρήγορσης εκδηλώνεται, υπενθυμίζοντας τη θεία μας καταγωγή.
Η αυταίσθηση, πάλι, σπανίως φανερώνεται πλήρως, διότι απαιτεί καθαρμένη ψυχή και νου ελεύθερο από τις παρενέργειες της ύλης. Όταν όμως ο άνθρωπος ανασυστήσει μέσα του τη θεία ισορροπία —νου, ψυχής και πνεύματος— τότε η διαίσθηση γίνεται όργανο Θεογνωσίας και η αυταίσθηση όργανο Θέωσης. Η συνείδηση του ανθρώπου μετατρέπεται σε καθρέπτη του Θείου Φωτός.
Η αληθινή γνώση δεν προέρχεται από τη διάνοια αλλά από το πνεύμα που αισθάνεται τον Θεό.
Η διαίσθηση μας οδηγεί να Τον γνωρίσουμε· η αυταίσθηση μας οδηγεί να γίνουμε Αυτός.
Στην κορυφή αυτής της ανόδου, ο άνθρωπος δεν είναι πλέον ένα ον που αναζητεί, αλλά ένας φορέας του ίδιου του Φωτός.
«Ἡ Αὐταίσθησις εἶναι ἡ Πνοὴ τοῦ Θεοῦ ἐν ἀνθρώπῳ.
Δι’ αὐτῆς ὁ ἄνθρωπος γινώσκει ὅτι οὐκ ἐκ τῆς γῆς ἐστίν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Πνεύματος.»


